Μάλλον αναμενόμενο το NEIN των Γερμανών της General Logistics Systems (GLS), τουλάχιστον για όσους είχαν παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς την προ έτους απόφασή τους να μην ασκήσουν το πρώτο δικαίωμα εξαγοράς του υπολοίπου 80% της ACS. Θυμίζω, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Έναν χρόνο αργότερα, η ιστορία επαναλήφθηκε. Αυτή τη φορά οριστικά.
Στην αγορά ήταν γνωστό ότι ο όμιλος GLS, ο οποίος ανήκει στην International Distribution Services (IDS), βρίσκεται σε διαδικασία επαναξιολόγησης των επενδυτικών του προτεραιοτήτων, με την αποτίμηση των δυνητικών συναλλαγών να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα.
Άλλωστε, για έναν όμιλο με ετήσια έσοδα 6 δισ. ευρώ, παρουσία σε περισσότερες από 50 χώρες και περίπου 24.000 εργαζομένους, η απόδοση της υπαναχώρησης αποκλειστικά σε ενδεχόμενες δυσκολίες ρευστότητας δύσκολα συνιστά πειστική εξήγηση.
Η ουσία, σύμφωνα με παράγοντα που συμμετείχε στη διαδικασία από την πλευρά των Γερμανών, θα πρέπει να αναζητηθεί στην αναθεώρηση της εύλογης αποτίμησης (fair value) της συναλλαγής.
Η συμφωνία είχε ξεκινήσει τον Οκτώβριο του 2024, όταν η GLS απέκτησε το 20% της ACS έναντι 74 εκατ. ευρώ, αποτιμώντας ουσιαστικά το σύνολο της εταιρείας στα 370 εκατ. ευρώ.
Έκτοτε, οι συνθήκες στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά ταχυμεταφορών, οι απαιτήσεις για επενδύσεις και οι αναπροσαρμογές των χρηματοοικονομικών παραμέτρων φαίνεται ότι οδήγησαν σε διαφορετική αξιολόγηση της συναλλαγής.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Η Quest Συμμετοχών δεν θα εισπράξει τα επιπλέον 296 εκατ. ευρώ που προέβλεπε, ως ελάχιστο τίμημα για το υπόλοιπο 80%, η αρχική συμφωνία.
Υπάρχει, βεβαίως, και η άλλη πλευρά του λογαριασμού. Η μη ολοκλήρωση του deal στερεί από τον όμιλο μια σημαντική προσδοκώμενη εισροή ρευστότητας, αλλά εφερε χρηματοοικονομικό όφελος.
Προηγήθηκε, όμως, και η περίπτωση της Uni Systems.
Εκεί, οι πληροφορίες της αγοράς τοποθετούσαν τις απαιτήσεις της πλευράς Φέσσα για την πώληση της θυγατρικής πληροφορικής στα 400-450 εκατ. ευρώ.
Επαφές με ενδιαφερόμενους φέρεται να υπήρξαν, συζητήσεις έγιναν, χωρίς ωστόσο να καταλήξουν σε συμφωνία στα συγκεκριμένα επίπεδα αποτίμησης.
Δύο διαφορετικές περιπτώσεις, με διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή: την απόσταση ανάμεσα στην αξία που προσδοκά ο πωλητής και σε εκείνη που είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί ο υποψήφιος αγοραστής.
«Είναι θέμα fair value», μου έλεγε γνωστός deal maker, σε μια περίοδο κατά την οποία οι απαιτήσεις αρκετών πωλητών παραμένουν υψηλές, ενώ οι επενδυτές εμφανίζονται περισσότερο επιλεκτικοί ως προς τις αποδόσεις, το κόστος κεφαλαίου και τους κινδύνους που αναλαμβάνουν.
Άλλωστε, το θέμα των υπερβολικών αποτιμήσεων είχε αναδείξει με ιδιαίτερη σαφήνεια και ο Λάμπρος Παπακωνσταντίνου, στην τηλεδιάσκεψη της IDEAL Holdings με τους αναλυτές, στις 3 Σεπτεμβρίου.
Ο επικεφαλής της IDEAL αποκάλυψε ότι από τον Φεβρουάριο του 2025 έως περίπου τον Μάιο του 2026 ο όμιλος εξέτασε δέκα πιθανές επενδύσεις: πέντε στον κλάδο τροφίμων, τρεις στην πληροφορική και δύο στη βιομηχανία.
Καμία δεν προχώρησε.
Ο λόγος; Οι αποτιμήσεις που ζητούσαν οι πωλητές δεν επέτρεπαν στην IDEAL να επιτύχει τις επενδυτικές αποδόσεις που είχε θέσει ως στόχο.
Με άλλα λόγια, ζητούσαν τη… μάνα τους και τον… πατέρα τους, κατά την κοινώς μεθερμηνευόμενη αξιολόγηση του έμπειρου παράγοντα της αγοράς.
===============================================
Αποποίηση Ευθύνης: Το περιεχόμενο και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη στήλη προσφέρονται προς τους επισκέπτες/τριες/χρήστες/τριες της αποκλειστικά και μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς, δεν δύνανται σε καμιά περίπτωση να εκληφθούν ως προτροπή, προσφορά, άποψη, ή σύσταση της στήλης για αγορά ή πώληση οποιουδήποτε χρεογράφου και δεν συνθέτουν νομική, φορολογική, λογιστική, ή επενδυτική συμβουλή ή υπηρεσία σχετικά με την αποδοτικότητα ή καταλληλότητα οποιουδήποτε χρεογράφου ή επένδυσης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ουδεμία ευθύνη για τυχόν επενδυτικές και λοιπές αποφάσεις που θα ληφθούν με βάση τις πληροφορίες αυτές.





















