Σε στάση αναμονής παραμένει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργεί ένα επικίνδυνο μείγμα για την οικονομία της Ευρωζώνης: υψηλότερο πληθωρισμό και ασθενέστερη ανάπτυξη. Η ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά της επιτόκια, προειδοποιώντας ότι η ένταση και η διάρκεια της ενεργειακής διαταραχής θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις επόμενες κινήσεις της.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να μην προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων αντανακλά την προσπάθεια της Φρανκφούρτης να αξιολογήσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τις συνθήκες χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων διατηρείται στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,90%.
Η ΕΚΤ ξεκαθαρίζει ότι εξακολουθεί να έχει ως βασική προτεραιότητα τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, αποφεύγοντας ωστόσο να δεσμευτεί για συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Η ενεργειακή κρίση αλλάζει τα δεδομένα
Το σημαντικότερο μήνυμα της απόφασης αφορά τις αυξανόμενες τιμές της ενέργειας και τις επιπτώσεις τους στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η συνέχιση της ανόδου του ενεργειακού κόστους δημιουργεί ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα καθοδικούς κινδύνους για την οικονομική ανάπτυξη.
Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα δύσκολο συνδυασμό για τη νομισματική πολιτική, καθώς οι αυξήσεις των επιτοκίων μπορούν να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω της ζήτησης, αλλά ενδέχεται παράλληλα να επιβραδύνουν ακόμη περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα.
Αντίστοιχα, η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα προσφέρει περισσότερο χρόνο για την αξιολόγηση των οικονομικών εξελίξεων, χωρίς όμως να εξαλείφει τον κίνδυνο νέας επιτάχυνσης των τιμών.
Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις της ενεργειακής διαταραχής δεν έχουν ακόμη εκδηλωθεί πλήρως.
Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια και η έντασή της, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα οι ανατιμήσεις να επεκταθούν πέρα από τον ενεργειακό τομέα, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής, τις τιμές των προϊόντων και τελικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Το θετικό στοιχείο για τον πληθωρισμό
Παρά τις ανησυχίες, η κεντρική τράπεζα εντοπίζει και ορισμένα στοιχεία που επιτρέπουν μια πιο προσεκτική στάση.
Ο υποκείμενος πληθωρισμός έχει παραμείνει μέχρι στιγμής σε γενικές γραμμές σταθερός, ενώ οι μισθοί δεν εμφανίζουν ουσιαστική αντίδραση στην άνοδο του ενεργειακού κόστους.
Αυτό σημαίνει ότι, προς το παρόν, δεν διαπιστώνεται έντονη μεταφορά των ενεργειακών ανατιμήσεων σε ένα ευρύτερο κύμα αυξήσεων τιμών και μισθών.
Ωστόσο, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι η κατάσταση μπορεί να αλλάξει εάν η ενεργειακή διαταραχή παραταθεί.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η εμφάνιση δευτερογενών επιδράσεων, δηλαδή η μετακύλιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους στις τιμές περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και η ενίσχυση των μισθολογικών πιέσεων.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο επίμονος, περιορίζοντας τα περιθώρια ευελιξίας της νομισματικής πολιτικής.
Πιο ακριβός ο δανεισμός ακόμη και χωρίς νέα αύξηση επιτοκίων
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση της ΕΚΤ ότι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες έχουν ήδη γίνει πιο περιοριστικές μετά την προηγούμενη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η επιβάρυνση του κόστους χρηματοδότησης μπορεί να προκύπτει και από τις ίδιες τις συνθήκες των αγορών, ανεξάρτητα από το εάν η κεντρική τράπεζα αυξάνει τα βασικά της επιτόκια.
Οι αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την κατανάλωση, τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, όμως, λειτουργούν περιοριστικά και για τον πληθωρισμό, καθώς μειώνουν τη ζήτηση στην οικονομία.
Αυτή η διπλή επίδραση αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους η ΕΚΤ επιλέγει να μην προχωρήσει σε νέα παρέμβαση, αναμένοντας περισσότερα στοιχεία για την πραγματική ένταση των οικονομικών πιέσεων.
Τι σημαίνει η απόφαση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η διατήρηση των επιτοκίων δεν συνεπάγεται άμεση ελάφρυνση για τους δανειολήπτες, καθώς το κόστος χρηματοδότησης εξακολουθεί να επηρεάζεται από το επίπεδο των επιτοκίων αναφοράς και τις συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Για τα νοικοκυριά με δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, η απόφαση σημαίνει ότι δεν προκύπτει νέα αύξηση απευθείας από τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.
Ωστόσο, η τελική επιβάρυνση κάθε δανειολήπτη εξαρτάται από τους όρους της σύμβασής του και την εξέλιξη των σχετικών επιτοκίων αναφοράς.
Για τις επιχειρήσεις, το βασικό πρόβλημα είναι ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους συμπίπτει με ένα ήδη πιο απαιτητικό χρηματοδοτικό περιβάλλον.
Η αύξηση των λειτουργικών δαπανών, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κόστος δανεισμού, μπορεί να περιορίσει τα περιθώρια κερδοφορίας και να επηρεάσει την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες παραμένουν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις, για τις οποίες οι διακυμάνσεις στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου αποτελούν καθοριστικό παράγοντα κόστους.
Καμία δέσμευση για την επόμενη κίνηση
Η ΕΚΤ επαναλαμβάνει ότι οι αποφάσεις της θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά στοιχεία.
Η αξιολόγηση θα επικεντρώνεται στις προοπτικές του πληθωρισμού, στους κινδύνους που τις περιβάλλουν, στη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και στον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η νομισματική πολιτική στην οικονομία.
Με άλλα λόγια, η Φρανκφούρτη διατηρεί ανοιχτές τις επιλογές της, χωρίς να προαναγγέλλει ούτε νέα αύξηση ούτε μελλοντική μείωση των επιτοκίων.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι εξελίξεις στην ενέργεια μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα τις οικονομικές προβλέψεις.
Συνεχίζεται η μείωση των χαρτοφυλακίων ομολόγων
Παράλληλα με τη διατήρηση των επιτοκίων, η ΕΚΤ συνεχίζει τη σταδιακή συρρίκνωση των χαρτοφυλακίων ομολόγων που απέκτησε μέσω των προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού.
Πρόκειται για το Asset Purchase Programme (APP) και το Pandemic Emergency Purchase Programme (PEPP).
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, τα χαρτοφυλάκια των δύο προγραμμάτων μειώνονται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, καθώς το Ευρωσύστημα δεν επανεπενδύει πλέον τα ποσά που προκύπτουν από την εξόφληση τίτλων κατά τη λήξη τους.
Η συνέχιση της συγκεκριμένης πολιτικής σημαίνει ότι η ΕΚΤ εξακολουθεί να περιορίζει σταδιακά την παρουσία της στις αγορές ομολόγων, ακόμη και αν διατηρεί αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια.
Το μεγάλο δίλημμα της ΕΚΤ
Η τελευταία απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναδεικνύει το δύσκολο περιβάλλον στο οποίο καλείται να κινηθεί η νομισματική πολιτική.
Από τη μία πλευρά, η ενεργειακή κρίση απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να απομακρύνει την οικονομία από τον στόχο σταθερότητας των τιμών.
Από την άλλη, οι αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και η αύξηση του κόστους παραγωγής δημιουργούν κινδύνους για την ανάπτυξη.
Η ΕΚΤ επιλέγει προς το παρόν να κρατήσει τα επιτόκια αμετάβλητα, αλλά το μήνυμα προς τις αγορές είναι σαφές: η στάση αναμονής δεν αποτελεί δέσμευση ότι ο κύκλος αυξήσεων έχει ολοκληρωθεί.
Το εάν θα χρειαστεί νέα παρέμβαση θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια του ενεργειακού σοκ και από το κατά πόσο οι ανατιμήσεις θα αρχίσουν να επηρεάζουν ευρύτερα τις τιμές και τους μισθούς.
===============================================
Αποποίηση Ευθύνης: Το περιεχόμενο και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο προσφέρονται προς τους επισκέπτες/τριες/χρήστες/τριες του fpress.gr αποκλειστικά και μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς, δεν δύνανται σε καμιά περίπτωση να εκληφθούν ως προτροπή, προσφορά, άποψη, ή σύσταση του fpress.gr για αγορά ή πώληση οποιουδήποτε χρεογράφου και δεν συνθέτουν νομική, φορολογική, λογιστική, ή επενδυτική συμβουλή ή υπηρεσία σχετικά με την αποδοτικότητα ή καταλληλότητα οποιουδήποτε χρεογράφου ή επένδυσης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ουδεμία ευθύνη για τυχόν επενδυτικές και λοιπές αποφάσεις που θα ληφθούν με βάση τις πληροφορίες αυτές.





















