Αν αυτές τις μπρος-πίσω δηλώσεις για τους δασμούς και το Ιράν που έχουμε ακούσει το τελευταίο διάστημα από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, δεν τις έκανε ο Donald Trump αλλά ένας CEO, ένας CFO, ένας διαχειριστής fund ή ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση σε ευαίσθητη πληροφορία, η υπόθεση δεν θα αντιμετωπιζόταν ως “ιδιόρρυθμη επικοινωνία”.
Θα είχε ήδη ανοίξει συζήτηση για χειραγώγηση αγοράς, για παραπλανητικά σήματα προς τους επενδυτές και για το ποιος ήξερε τι πριν μετακινηθούν δισεκατομμύρια στις οθόνες. Στην περίπτωση Τραμπ, όμως, αυτό που για την αγορά μοιάζει με ακραία ασυνέπεια βαφτίζεται πολιτική τακτική, στρατηγική πίεσης ή διαπραγμάτευση.
Οι δασμοί
Και όμως, το μοτίβο είναι σχεδόν εξοργιστικά καθαρό. Στο μέτωπο των δασμών, ο Τραμπ παρουσίασε αρχικά μια σκληρή, σχεδόν αδιαπραγμάτευτη γραμμή, για να ακολουθήσουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο παύσεις, εξαιρέσεις και νέα μπρος-πίσω μηνύματα για το τι τελικά θα ισχύσει.
Οι αγορές έζησαν σοκ, sell-off και στη συνέχεια βίαιο ράλι όταν ανακοινώθηκε η 90ήμερη παύση για τους περισσότερους “reciprocal” δασμούς. Λίγο μετά ήρθαν και εξαιρέσεις για smartphones, computers και άλλα electronics, επιβεβαιώνοντας ότι η αρχική εικόνα “σιδερένιας” πολιτικής είχε ήδη αρχίσει να ξηλώνεται.
Εκεί ακριβώς γεννήθηκε και το πραγματικό παρασκήνιο. Γιατί όταν μια αγορά γκρεμίζεται με μια ανακοίνωση και ανατινάζεται ανοδικά με την επόμενη, το πρώτο ερώτημα δεν είναι πολιτικό αλλά χρηματιστηριακό: ποιος είχε εικόνα της επόμενης κίνησης;
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά την αναδίπλωση στους δασμούς καταγράφηκαν ερωτήματα για πολύ καλά χρονισμένα option bets πριν από την ανακοίνωση της παύσης, κάτι που προκάλεσε δημόσια πίεση για έρευνα σχετικά με το αν υπήρξε διαρροή ή εσωτερική πληροφόρηση.
Δεν έχει αποδειχθεί αδίκημα. Αλλά η υποψία αρκεί για να δείξει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην “πολιτική παρέμβαση” και σε ένα σκηνικό που, αν αφορούσε ιδιώτη παράγοντα, θα είχε ήδη ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της SEC και του DOJ.
Στο ίδιο έργο θεατές και με τη σύρραξη στο Ιράν
Το ίδιο έργο παίχτηκε και στο Ιράν, μόνο που εκεί το ταμπλό δεν έδειχνε μόνο μετοχές αλλά ολόκληρο το παγκόσμιο risk sentiment. Ο Τραμπ άφησε αρχικά να εννοηθεί ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει εβδομάδες, ενώ στη συνέχεια μίλησε για πόλεμο σχεδόν “ολοκληρωμένο” και για πιθανό γρήγορο τέλος.
Οι αγορές αντέδρασαν σαν να βρίσκονταν με το δάχτυλο στο κουμπί: το πετρέλαιο εκτινάχθηκε πάνω από τα 100 δολάρια όταν ο φόβος κλιμάκωσης κυριάρχησε, για να ακολουθήσει θεαματική πτώση άνω του 13% όταν άρχισε να διακινείται η αίσθηση αποκλιμάκωσης. Μαζί με το crude μετακινήθηκαν μετοχές, χρυσός, δολάριο και νομίσματα ασφαλούς καταφυγίου.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση του συστήματος. Για έναν εταιρικό insider, το αμερικανικό πλαίσιο περί securities fraud και χρήσης ουσιώδους μη δημόσιας πληροφορίας είναι σαφές: αν αποδειχθεί ότι είπε ή υπαινίχθηκε κάτι παραπλανητικό, ενώ ο ίδιος ή τρίτοι ωφελήθηκαν χρηματιστηριακά, η υπόθεση μπορεί να γίνει ποινική.
Η φυλακή δεν είναι αυτόματη κατάληξη, αλλά είναι απολύτως μέσα στο πεδίο όταν συντρέχουν δόλος, κέρδος και συναλλαγές.
Στον Λευκό Οίκο, όμως, η ίδια συμπεριφορά καλύπτεται από τον μανδύα της πολιτικής εξουσίας. Κάπως έτσι, αυτό που για έναν άνθρωπο της Wall Street θα μπορούσε να μοιάζει με υλικό δικογραφίας, στην Ουάσιγκτον παρουσιάζεται ως “διαπραγματευτική ευελιξία”.
Μόνο που για τις αγορές το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: κάποιοι πανικοβάλλονται, κάποιοι προλαβαίνουν, κάποιοι κερδίζουν, και δισεκατομμύρια αλλάζουν χέρια μέσα σε λίγα λεπτά.
Η σκληρή αλήθεια είναι μία: αν αυτά τα μπρος-πίσω τα έκανε insider, θα είχε ήδη πρόβλημα με τον νόμο. Όταν τα κάνει ο πρόεδρος των ΗΠΑ, κανείς δεν τολμά να τον κρίνει με τα ίδια μέτρα και ίδια σταθμά.




















