Οι δηλώσεις του Προέδρου της Attica Group Κυριάκου Μάγειρα για τις… ξαπλώστρες δεν ήταν απλώς άστοχες. Ήταν προκλητικές. Γιατί όταν ένας κορυφαίος παράγοντας της ακτοπλοΐας επιχειρεί να συγκρίνει το κόστος μετάβασης μιας οικογένειας στο νησί με το κόστος που πληρώνουν κάποιοι για να κάνουν επίδειξη σε χλιδάτες παραλίες, στην ουσία εξομοιώνει μια κοινωνική ανάγκη με μια καταναλωτική επίδειξη.
Μόνο που το πλοίο δεν είναι αξεσουάρ διακοπών. Είναι ο μόνος δρόμος για τον νησιώτη, για την οικογένεια, για τον εργαζόμενο, για όποιον θέλει απλώς να περάσει απέναντι χωρίς να αισθάνεται ότι του ζητούν να πληρώσει premium εμπειρία.
Ακόμη χειρότερα, η επίκληση των «100 ευρώ για ξαπλώστρες» είναι και κοινωνικά παραπλανητική. Διότι 100 ευρώ δεν κοστίζουν οι ξαπλώστρες στην Ελλάδα ως κανόνας. Αυτές είναι τιμές βιτρίνας, σε λίγες υπερτουριστικές παραλίες, για πελάτες που θέλουν να μοστράρουν, να φωτογραφηθούν και να καταναλώσουν ένα life style πακέτο.
Δεν είναι η μέση ελληνική παραλία και σίγουρα δεν είναι η πραγματικότητα της μέσης ελληνικής οικογένειας που μετρά το ακτοπλοϊκό εισιτήριο ευρώ-ευρώ για να μπορέσει να πάει στο νησί της.
Το πιο βαρύ όμως είναι άλλο. Ότι αυτή η αλαζονική σύγκριση δεν έρχεται από έναν όμιλο που μπορεί να παριστάνει τον ανήξερο ή τον αθώο. Η Attica δεν είναι μια εταιρεία που απλώς πιέζεται από τα καύσιμα και ξύπνησε ένα πρωί να διαπιστώσει ότι έχει κόστος.
Πίσω από τη σημερινή δομή της υπάρχει ολόκληρη η ιστορία της MIG, της Strix και της Τράπεζας Πειραιώς.
Υπήρξε μια τεράστια αναδιάρθρωση, μια μεταφορά απαιτήσεων, μια αλλαγή ελέγχου, μια σύνθετη συμφωνία εκατοντάδων εκατομμυρίων, χωρίς να ανακοινωθεί δημοσίως κάποιο «κούρεμα» που να φορτώθηκε η τράπεζα, αλλά με καθαρή μετάβαση του asset σε νέο επενδυτικό όχημα.
Δηλαδή, όταν χρειάστηκε να στηθεί η διάσωση και η νέα ισορροπία, βρέθηκαν δομές, funds, οχήματα και λύσεις. Όταν όμως έρχεται η ώρα της κοινωνικής πίεσης για τα εισιτήρια, ξαφνικά ο επιβάτης ακούει για ξαπλώστρες.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και μια βαριά σκιά που δεν μπορεί να ξεχαστεί. Στη συλλογική μνήμη παραμένει το θανατηφόρο περιστατικό στο Blue Horizon, πλοίο του ομίλου, με τον επιβάτη Αντώνη Καρυώτη να χάνει τη ζωή του στο λιμάνι του Πειραιά υπό συνθήκες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο και προκάλεσαν ποινικές διώξεις σε μέλη του πληρώματος.
Σε μια τέτοια εταιρική πραγματικότητα, λίγη περισσότερη ταπεινότητα θα ήταν ίσως πιο σοφή από τις κοινωνικά αδιάφορες παρομοιώσεις.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Η ακτοπλοΐα σε μια νησιωτική χώρα δεν μπορεί να μιλά τη γλώσσα του beach club. Δεν μπορεί να βαφτίζει πολυτέλεια τη μετακίνηση. Και δεν μπορεί να απευθύνεται στον πολίτη σαν να είναι τουρίστας που διαλέγει αν θα πληρώσει πρώτη σειρά στην άμμο ή δεύτερη.
Ο επιβάτης που πηγαίνει στο νησί του δεν αγοράζει προβολή. Αγοράζει πρόσβαση. Και όταν αυτή η πρόσβαση γίνεται όλο και ακριβότερη, το τελευταίο που θέλει να ακούσει είναι ότι υπάρχουν και ακριβότερες ξαπλώστρες.
Δείτε το χαρακτηριστικό απόσπασμα




















