Στο μικροσκόπιο του οικονομικού επιτελείου μπαίνουν δύο φορολογικά κίνητρα που συνδέονται με τις ηλεκτρονικές αποδείξεις και τα οποία, εφόσον δεν υπάρξει νέα νομοθετική παρέμβαση, εκπνέουν στο τέλος του 2026.
Πρόκειται για μέτρα που αφορούν άμεσα εκατομμύρια φορολογουμένους, καθώς το ένα μπορεί να περιορίσει το φορολογητέο εισόδημα μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών σε συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους, ενώ το δεύτερο διευκολύνει την κάλυψη του υποχρεωτικού ορίου ηλεκτρονικών συναλλαγών μέσω ιατρικών, οδοντιατρικών και κτηνιατρικών δαπανών.
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να αποφασίσει εάν τα δύο κίνητρα θα παραταθούν και μετά το 2026, θα τροποποιηθούν ή θα καταργηθούν, με την τελική απόφαση να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αποτελεσματικότητά τους στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής.
Στο επίκεντρο της αξιολόγησης θα βρεθούν τα στοιχεία για την εξέλιξη των ηλεκτρονικών πληρωμών στους κλάδους υψηλού φορολογικού κινδύνου από το 2022 και μετά, η πορεία του «κενού ΦΠΑ» και το κατά πόσο υπάρχουν ακόμη περιθώρια ώστε τα συγκεκριμένα κίνητρα να οδηγήσουν περισσότερες συναλλαγές από τα μετρητά στις κάρτες και στις ηλεκτρονικές πληρωμές.
Η έκπτωση 30% και το όριο των 5.000 ευρώ
Το πρώτο κίνητρο αφορά ηλεκτρονικές πληρωμές που πραγματοποιούνται προς συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών.
Με το ισχύον καθεστώς, ποσό ίσο με το 30% των συγκεκριμένων δαπανών αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα, με την προβλεπόμενη μείωση να μπορεί να φθάσει έως τις 5.000 ευρώ ετησίως.
Το μέτρο εφαρμόζεται από το 2022 και καλύπτει και τα εισοδήματα του 2026. Αφορά 20 κατηγορίες επαγγελματικών δραστηριοτήτων στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δικηγόροι, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, κομμωτήρια και ταξί.
Η λογική είναι απλή: ο φορολογούμενος αποκτά οικονομικό όφελος όταν επιλέγει ηλεκτρονική πληρωμή και συνεπώς έχει ισχυρότερο κίνητρο να ζητήσει απόδειξη. Η συναλλαγή καταγράφεται ηλεκτρονικά και περιορίζεται έτσι η δυνατότητα να παραμείνει εκτός φορολογικού συστήματος.
Τι σημαίνει στην πράξη
Εάν, για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος πραγματοποιήσει μέσα στο έτος ηλεκτρονικές πληρωμές 3.000 ευρώ σε επαγγελματίες που εντάσσονται στο συγκεκριμένο καθεστώς, το 30% αντιστοιχεί σε 900 ευρώ.
Το ποσό αυτό δεν επιστρέφεται αυτούσιο στον φορολογούμενο. Αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημά του, επομένως το πραγματικό φορολογικό όφελος εξαρτάται από τον συντελεστή με τον οποίο φορολογείται.
Αυτή είναι και μια σημαντική διάκριση, καθώς το ανώτατο ποσό των 5.000 ευρώ αφορά τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματος και όχι απευθείας επιστροφή φόρου 5.000 ευρώ.
Το δεύτερο μπόνους: Πότε οι αποδείξεις μετρούν διπλά
Διαφορετική λειτουργία έχει το κίνητρο που αφορά τις ηλεκτρονικές πληρωμές για ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Οι συγκεκριμένες δαπάνες υπολογίζονται στο διπλάσιο της πραγματικής τους αξίας για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσού ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Με το ισχύον σύστημα, ο φορολογούμενος πρέπει κατά κανόνα να πραγματοποιεί ηλεκτρονικές δαπάνες που αντιστοιχούν στο 30% του πραγματικού ετήσιου εισοδήματός του, με βάση τις προβλέψεις της φορολογικής νομοθεσίας.
Επομένως, μια ηλεκτρονική πληρωμή 300 ευρώ για υπηρεσία που υπάγεται στο συγκεκριμένο καθεστώς προσμετράται ως 600 ευρώ για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου.
Δεν σημαίνει ότι ο φορολογούμενος έχει έκπτωση φόρου 300 ευρώ. Το όφελος βρίσκεται στο γεγονός ότι μπορεί να καλύψει ευκολότερα την υποχρέωσή του για ηλεκτρονικές δαπάνες και να περιορίσει τον κίνδυνο επιβάρυνσης λόγω ανεπαρκών e-αποδείξεων.
Γιατί επανεξετάζονται τα μέτρα
Το οικονομικό επιτελείο καλείται ουσιαστικά να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: κατά πόσο τα φορολογικά κίνητρα που θεσπίστηκαν το 2022 εξακολουθούν να είναι αναγκαία και αποτελεσματικά σε μια αγορά όπου η χρήση καρτών και POS έχει αυξηθεί σημαντικά.
Η επέκταση των POS, η διασύνδεσή τους με τις ταμειακές μηχανές και τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ και η γενικότερη εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών έχουν αλλάξει σημαντικά το τοπίο.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν επαγγελματικές δραστηριότητες στις οποίες τα μετρητά παραμένουν ισχυρά και συνεπώς μεγαλύτερα περιθώρια για συναλλαγές που δεν δηλώνονται πλήρως.
Για τον λόγο αυτό, πριν ληφθούν οι αποφάσεις για το 2027, θα αξιολογηθεί κατά πόσο η έκπτωση του 30% και ο διπλός υπολογισμός συγκεκριμένων δαπανών έχουν πράγματι οδηγήσει σε περισσότερες δηλωμένες συναλλαγές.
Τι δείχνει η κατεύθυνση της Τράπεζας της Ελλάδος
Υπέρ της συνέχισης της προσπάθειας ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει τοποθετηθεί η Τράπεζα της Ελλάδος.
Στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2026 επισημαίνεται ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί με τη διεύρυνση της χρήσης καρτών, την επέκταση των POS και τη διασύνδεσή τους με τις ταμειακές μηχανές και τα συστήματα της ΑΑΔΕ, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες όπου η χρήση μετρητών παραμένει υψηλή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η περαιτέρω μείωση του κενού ΦΠΑ, αλλά και ο περιορισμός της απόστασης ανάμεσα στην πραγματική κατανάλωση και στα εισοδήματα που δηλώνονται στην Εφορία.
Η κατεύθυνση που προκρίνεται συνδυάζει περισσότερες ηλεκτρονικές συναλλαγές με εντατικότερους φορολογικούς ελέγχους, κυρίως σε δραστηριότητες με υψηλή συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων.
Τι πρέπει να προσέξουν οι φορολογούμενοι
Μέχρι να ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις, το σημερινό καθεστώς εξακολουθεί να ισχύει για το 2026. Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι έχουν λόγο να ελέγχουν όχι μόνο εάν πληρώνουν ηλεκτρονικά, αλλά και σε ποια κατηγορία ανήκει κάθε δαπάνη.
Κρίσιμη είναι επίσης η διαφορά μεταξύ των δύο κινήτρων: στην πρώτη περίπτωση το 30% συγκεκριμένων ηλεκτρονικών δαπανών μειώνει το φορολογητέο εισόδημα, ενώ στη δεύτερη οι επιλέξιμες ιατρικές, οδοντιατρικές και κτηνιατρικές πληρωμές μετρούν διπλά για την κάλυψη του απαιτούμενου ορίου e-αποδείξεων.
Οι αποφάσεις για το τι θα ισχύσει από το 2027 αποκτούν επομένως διπλό ενδιαφέρον. Από τη μία θα καθορίσουν εάν οι φορολογούμενοι θα συνεχίσουν να έχουν τα συγκεκριμένα οφέλη και, από την άλλη, θα δείξουν εάν το υπουργείο Οικονομικών θεωρεί ότι τα φορολογικά κίνητρα προς τον καταναλωτή εξακολουθούν να αποτελούν αποτελεσματικό εργαλείο για να περιοριστούν οι συναλλαγές που παραμένουν εκτός φορολογικού συστήματος.




















