Σημάδια επιβράδυνσης τόσο στα εισοδήματα των νοικοκυριών όσο και στην κερδοφορία των επιχειρήσεων κατέγραψε η οικονομία της Ευρωζώνης το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η αύξηση των αποδοχών επιβραδύνθηκε, το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε, ενώ οι επιχειρήσεις είδαν το λειτουργικό τους πλεόνασμα να περνά σε αρνητικό έδαφος, αντανακλώντας τις πιέσεις που εξακολουθούν να δέχονται οι ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 3,0% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 3,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Η επιβράδυνση αποδίδεται κυρίως στη χαμηλότερη αύξηση των αμοιβών των εργαζομένων, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 4,0%, έναντι 4,3% στο τελευταίο τρίμηνο του 2025.
Την ίδια στιγμή, η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών διατήρησε αμετάβλητο τον ετήσιο ρυθμό αύξησής της στο 3,6%, με αποτέλεσμα το ποσοστό αποταμίευσης να περιοριστεί στο 14,5%, από 14,7% το προηγούμενο τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι τα νοικοκυριά εξακολουθούν να στηρίζουν την κατανάλωση, αξιοποιώντας μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Σημαντική επιβράδυνση καταγράφηκε και στις επενδύσεις των νοικοκυριών σε κατοικίες, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 4,3%, έναντι 6,7% το προηγούμενο τρίμηνο, ένδειξη ότι η αγορά κατοικίας επηρεάζεται από το υψηλό κόστος χρηματοδότησης και τη συγκρατημένη οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, η αύξηση των δανείων προς τα νοικοκυριά παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη στο 2,9%.
Αντίθετα, οι χρηματοοικονομικές επενδύσεις των νοικοκυριών εμφάνισαν μεγαλύτερη δυναμική. Αυξήθηκαν κατά 2,8%, από 2,6%, με κύρια ώθηση από τα συνταξιοδοτικά προϊόντα και τους χρεωστικούς τίτλους. Οι καταθέσεις και τα μετρητά αυξήθηκαν κατά 3,0%, ενώ οι τοποθετήσεις σε μετοχές και λοιπά συμμετοχικά μέσα ενισχύθηκαν κατά 1,8%.
Η καθαρή περιουσία των νοικοκυριών αυξήθηκε με βραδύτερο ρυθμό, κατά 3,9%, έναντι 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο, καθώς επιβραδύνθηκε η άνοδος της αξίας των ακινήτων. Η αξία της κατοικίας αυξήθηκε κατά 3,3%, από 4,6%, ενώ το συνολικό χρέος των νοικοκυριών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο, αντιστοιχώντας στο 81% του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Η εικόνα ήταν ακόμη πιο αδύναμη στον επιχειρηματικό τομέα. Η καθαρή προστιθέμενη αξία των επιχειρήσεων αυξήθηκε μόλις κατά 1,4%, έναντι 4,6% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα υποχώρησε κατά 0,8%, μετά από αύξηση 5,2% στο τέλος του 2025. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αυξημένη πίεση που δέχονται τα περιθώρια κερδοφορίας των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το ακαθάριστο επιχειρηματικό εισόδημα, που αποτελεί βασικό δείκτη των ταμειακών ροών, αυξήθηκε μόλις κατά 0,7%, από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας την αισθητή επιβράδυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων σε πάγια, αποθέματα και λοιπά μη χρηματοοικονομικά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 1,1%, έναντι 1,8% προηγουμένως, ενώ η συνολική χρηματοδότησή τους παρέμεινε σταθερή σε ετήσιο ρυθμό 1,5%. Τα τραπεζικά δάνεια προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 2,6%, ενώ η καθαρή έκδοση εταιρικών ομολόγων επιταχύνθηκε στο 3,7%.
Την ίδια ώρα, η χρηματοδότηση μέσω εμπορικών πιστώσεων αυξήθηκε κατά 4,6%, από 4,3%, ενώ ο ενοποιημένος δείκτης χρέους των επιχειρήσεων υποχώρησε στο 66% του ΑΕΠ, έναντι 67,5% ένα χρόνο νωρίτερα, γεγονός που υποδηλώνει σταδιακή αποκλιμάκωση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης.
Τα στοιχεία της ΕΚΤ αποτυπώνουν μια οικονομία που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά με σαφώς πιο συγκρατημένους ρυθμούς. Η επιβράδυνση της αύξησης των εισοδημάτων, η μείωση της αποταμίευσης, η υποχώρηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και η ηπιότερη επενδυτική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα σταδιακής εξομάλυνσης της οικονομικής δυναμικής στην Ευρωζώνη, καθώς οι επιπτώσεις της αυστηρής νομισματικής πολιτικής και της αβεβαιότητας εξακολουθούν να γίνονται αισθητές.




















