Πολύ συζήτηση έχει γίνει για τις απευθείας αναθέσεις από φορείς του Δημοσίου προς ιδιώτες, μία πρακτική που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διαστάσεις και έχει προκαλέσει ουκ ολίγες φορές ερωτήματα για το κατά πόσο χρησιμοποιείται μόνο εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται. Και οι αριθμοί δεν είναι αμελητέοι.
Σύμφωνα με στοιχεία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, την εξαετία 2020-2025 οι απευθείας αναθέσεις έφτασαν περίπου τα 12 δισ. ευρώ, ενώ επιπλέον περίπου 8 δισ. ευρώ αφορούσαν συμβάσεις που προέκυψαν από διαγωνισμούς στους οποίους εμφανίστηκε μόλις ένας υποψήφιος.
Με άλλα λόγια, μιλάμε για πολύ χρήμα.
Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όσο η χώρα μπαίνει σταδιακά σε προεκλογική περίοδο. Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβούνται ότι τους επόμενους μήνες μπορεί να υπάρξει νέα έξαρση του φαινομένου, με υπουργεία, οργανισμούς, δήμους και άλλους φορείς να επιχειρούν να κλείσουν εκκρεμότητες πριν από τις κάλπες. Και όταν λέμε «εκκρεμότητες», δεν εννοούμε μόνο έργα που πραγματικά πρέπει να ολοκληρωθούν. Στην αγορά ακούγεται ήδη αρκετά έντονα ότι κάποιοι σπεύδουν να «τακτοποιήσουν» συνεργασίες και υποχρεώσεις προς επιχειρηματίες και συμβούλους που βρίσκονται κοντά σε υπουργικά ή διοικητικά κέντρα.
Προσοχή: άλλο η νόμιμη απευθείας ανάθεση, που προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο, και άλλο η συστηματική χρήση της ως εύκολης παράκαμψης του ανταγωνισμού. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει ήδη χτυπήσει καμπανάκια. Σε πρόσφατο έλεγχό του για τις υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου σε φορείς του Δημοσίου διαπίστωσε ότι το 90% των σχετικών συμβάσεων προς εξωτερικούς συνεργάτες έγινε με απευθείας ανάθεση, ενώ πάνω από το 65% του πλήθους και της αξίας τους συγκεντρώθηκε σε μόλις οκτώ αναδόχους.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Σε έλεγχο απευθείας αναθέσεων έργων το Ελεγκτικό Συνέδριο εντόπισε περιπτώσεις όπου οι εκπτώσεις ήταν της τάξης του 1%-4%, την ώρα που σε αντίστοιχα έργα μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών οι εκπτώσεις πλησίαζαν ή ξεπερνούσαν το 40%-50%.
Δηλαδή η συζήτηση δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι και συζήτηση κόστους.
Μαθαίνω πάντως ότι στο Μέγαρο Μαξίμου υπάρχει ενόχληση για τέτοιου τύπου φαινόμενα και κυρίως φόβος ότι όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν πως ανοίγει ένα τελευταίο «παράθυρο ευκαιρίας».
Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε η κυβέρνηση σε μία προεκλογική περίοδο είναι να αρχίσουν να βγαίνουν στην επιφάνεια δεκάδες ιστορίες με αναθέσεις σε ημετέρους, συμβούλους και «γνωστούς γνωστών».
Γι’ αυτό και οι πληροφορίες λένε ότι εξετάζονται τρόποι να μπει περισσότερο φρένο και μεγαλύτερος έλεγχος στις αποφάσεις που υπογράφονται όσο πλησιάζουμε προς τις κάλπες.
Το αν θα γίνει πράξη, θα φανεί.




















