Τριπλό είναι το ηλεκτροσόκ που υπέστη η κυβέρνηση, παίρνοντας τα μαντάτα από την τελευταία συνάντηση του Washington Group και την προετοιμασία εξόδου του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα, τουλάχιστον με το ρόλο του δανειστή. Ούτε τα σκληρά μέτρα που υποχρεώθηκε να ψηφίσει λόγω ΔΝΤ μπορεί να ανακαλέσει, ούτε τα μέτρα ελάφρυνσης του Χρέους που προσδοκούσε θα πάρει, ούτε εξασφαλισμένη μια ομαλή έξοδο από το Μνημόνιο θα έχει.
Η ανάθεση ρόλου τεχνικού συμβούλου στο ΔΝΤ ευνοεί την Ελλάδα; Προφανώς όχι. Στην κυβέρνηση υπάρχουν στελέχη, που «διαβάζουν» πάλι λάθος τους διαμορφούμενους συσχετισμούς δυνάμεων και υποστηρίζουν ότι το Ταμείο δεν θα μπορεί να μπλέκεται, πλέον, στα πόδια μας. Το λάθος είναι διπλό. Από τη μια, το ΔΝΤ «καίγεται» να κρατήσει παρεμβατικό ρόλο στο ελληνικό ζήτημα γιατί έχει επενδύσει τεχνοκρατικά πάνω σε αυτό και γιατί είναι ίσως η μοναδική δίοδος για να παραμείνει ενεργό στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Από την άλλη, οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί Κανονισμοί δίνουν τέτοιο ρόλο στο ΔΝΤ αλλά πάνω απ’ όλα το Βερολίνο είναι αυτό που θέλει το Ταμείο να παραμείνει ως τοποτηρητής και θεματοφύλακας γιατί αφενός δεν εμπιστεύεται τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών αφετέρου πρέπει να διασφαλιστεί η ηρεμία στις κοινοβουλευτικές ομάδες των Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών, που ψήφισαν με βαριά καρδιά το τρίτο χρηματοδοτικό πρόγραμμα λόγω της παρουσίας του ΔΝΤ. Συμπερασματικά, η παρουσία του ΔΝΤ θα παραμείνει έντονη και βαριά, ως ασφαλιστική δικλείδα στις μεταρρυθμίσεις που θα κληθεί να εφαρμόσει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
Ζημιά προκαλεί η απεμπλοκή του ΔΝΤ ειδικά στο πεδίο του Χρέους. Κυβερνητικά στελέχη με εμφανή αμηχανία, επιχειρούν εκ των υστέρων να υποβαθμίσουν τις εισηγήσεις του Ταμείου για τα ενδεδειγμένα μέτρα ελάφρυνσης, αλλά επιμένουν να αγνοούν ή να κάνουν ότι αγνοούν πως ακόμα και για το πιο απλό- την επαναγορά των ακριβών δανείων του ΔΝΤ- τα απαιτούμενα κεφάλαια (πιθανότατα από τα αδιάθετα 27 δισ ευρώ στον «κουμπαρά» του ESM) θα δοθούν με «αίμα» ήτοι με τους σκληρούς όρους, που μελετά η γερμανική πλευρά.
Η αποχώρηση του Ταμείου προκαλεί ένα ακόμα πρόβλημα, το οποίο, επίσης, η κυβέρνηση υποτιμά, παρά τις έντονες ανησυχίες στις Βρυξέλλες: την αρνητική αντίδραση των αγορών στο σφόδρα πιθανό ενδεχόμενο μιας αρνητικά φορτισμένης Ανάλυσης Βιωσιμότητας Χρέους από το ΔΝΤ. Εδώ και περίπου ένα μήνα, όταν άρχισε να γίνεται σαφές ακόμα και στους πιο αισιόδοξους αξιωματούχους στις Βρυξέλλες, ότι δεν υπάρχει διάθεση των Γερμανών να κάνουν άλλα βήματα συμβιβασμού προς τις θέσεις του Ταμείου, αλλά και του άξονα Παρισιού- ΕΚΤ για έναν αυτοματοποιημένο μηχανισμό ενεργοποίησης των μέτρων ελάφρυνσης, άρχισε σιγά- σιγά να καλλιεργείται ένα κλίμα κατευνασμού του ΔΝΤ. Οι πληροφορίες από τα μέτωπα των δανειστών συγκλίνουν στο ότι κύριο μέλημα των βασικών πρωταγωνιστών του ελληνικού δράματος είναι να πείσουν και να πιέσουν το Ταμείο για μια «στρογγυλεμένη» Ανάλυση Βιωσιμότητας, που δεν θα ερεθίσει τις αγορές. Ωστόσο, το ΔΝΤ επιμένει σε μια Ανάλυση, που θα βασίζεται στις δικές του μακροοικονομικές παραδοχές, κομμένη και ραμμένη στις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας κι αυτό πολύ απλά μεταφράζεται ως… μπελάς.
Ο συνδυασμός μιας «κοφτερής» Ανάλυσης Βιωσιμότητας, με το «ελαφρύ» πακέτο μέτρων που ετοιμάζουν οι Γερμανοί, τις διαφαινόμενες καθυστερήσεις στη λήψη των τελικών αποφάσεων αλλά και μια πολύ πιθανή νέα «έκρηξη» λόγω Ιταλίας, θα φράξει το δρόμο της ομαλής εξόδου από το Μνημόνιο κι από εκεί και πέρα, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά.
===============================================
Αποποίηση Ευθύνης: Το περιεχόμενο και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο προσφέρονται προς τους επισκέπτες/τριες/χρήστες/τριες του fpress.gr αποκλειστικά και μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς, δεν δύνανται σε καμιά περίπτωση να εκληφθούν ως προτροπή, προσφορά, άποψη, ή σύσταση του fpress.gr για αγορά ή πώληση οποιουδήποτε χρεογράφου και δεν συνθέτουν νομική, φορολογική, λογιστική, ή επενδυτική συμβουλή ή υπηρεσία σχετικά με την αποδοτικότητα ή καταλληλότητα οποιουδήποτε χρεογράφου ή επένδυσης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται ουδεμία ευθύνη για τυχόν επενδυτικές και λοιπές αποφάσεις που θα ληφθούν με βάση τις πληροφορίες αυτές.





















