Μια νέα στρατηγική συνεργασία με τον ΟΟΣΑ που φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει την οικονομική και κοινωνική ατζέντα της χώρας τα επόμενα χρόνια παρουσίασε ο Κωστής Χατζηδάκης στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, με τη συμμετοχή της Τράπεζα της Ελλάδας και του ΙΟΒΕ.
Όπως τόνισε, η χώρα περνά σε μια νέα φάση, όπου η αύξηση της παραγωγικότητας συνδυάζεται με τη δίκαιη κατανομή του πλούτου και της ανάπτυξης, σηματοδοτώντας μια στροφή πέρα από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις φιλοεπενδυτικές πολιτικές των προηγούμενων ετών.
Ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναγνώρισε την πρόοδο των τελευταίων ετών, αλλά υπογράμμισε ότι παραμένουν κρίσιμα ζητήματα, όπως η παραγωγικότητα, η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης και η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, με στόχο τη δημιουργία μιας σύγχρονης οικονομίας με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών, αλλά και στην πρόοδο που έχει σημειωθεί σε επιμέρους τομείς, όπως η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, με το κενό ΦΠΑ να έχει περιοριστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, απέρριψε την κριτική περί «νέου μνημονίου», τονίζοντας ότι η συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ αφορά μεταρρυθμίσεις με οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα και όχι πολιτικές λιτότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε την ανάγκη για ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, σύνδεση έρευνας και παραγωγής και αξιοποίηση της ελληνικής διασποράς, ενώ στάθηκε και στη σημασία της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης, με έμφαση στις υποδομές και τη μείωση των ανισοτήτων.
Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα παραμένει δημοσιονομικά θωρακισμένη απέναντι σε εξωτερικούς κινδύνους, όπως η ένταση στη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ωστόσο ότι εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Από την πλευρά του, ο Mathias Cormann, Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, αναγνώρισε την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας, αλλά εστίασε στις διαρθρωτικές αδυναμίες, με κυριότερη την χαμηλή παραγωγικότητα. Όπως σημείωσε, η πρόκληση είναι η μετάβαση από την ανάκαμψη σε μια πιο παραγωγική και καινοτόμο οικονομία, με μεγαλύτερη διάχυση τεχνολογίας και καινοτομίας.
Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη δικαιοσύνη, επισημαίνοντας ότι η καθυστέρηση στις δικαστικές διαδικασίες λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδύσεις και ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου. Επιπλέον, αναφέρθηκε στη χαμηλή πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση για ανάπτυξη (scale-up) και στις αδύναμες επενδύσεις σε άυλα στοιχεία, όπως λογισμικό και πνευματική ιδιοκτησία.
Καταλήγοντας, ξεκαθάρισε ότι η νέα αυτή ατζέντα δεν συνιστά επιστροφή σε πολιτικές λιτότητας, αλλά μια προσπάθεια απελευθέρωσης της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, που αποτελεί και τον βασικό μηχανισμό για την αύξηση των εισοδημάτων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.




















