Με άδεια χέρια φεύγουν οι περισσότεροι φορολογούμενοι που προσφεύγουν στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), διεκδικώντας ακύρωση πρόσθετων φόρων, προσαυξήσεων ή προστίμων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ, οκτώ στις δέκα προσφυγές απορρίφθηκαν, γεγονός που καταδεικνύει το υψηλό ποσοστό αποτυχίας των διοικητικών ενστάσεων.
Τα στοιχεία των προσφυγών
Από τις 10.492 προσφυγές που υποβλήθηκαν το περασμένο έτος, η ΔΕΔ εξέτασε 9.685 υποθέσεις. Σε 1.736 περιπτώσεις —ποσοστό 17,9%— οι φορολογούμενοι δικαιώθηκαν, εξασφαλίζοντας ολική ή μερική διαγραφή φόρων και προστίμων.
Αντίθετα, 7.835 προσφυγές (ή 80,9%) απορρίφθηκαν, 38 μπήκαν στο αρχείο λόγω παραίτησης, ενώ 76 απορρίφθηκαν σιωπηρά μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 120 ημερών για την έκδοση απόφασης.
Περίπου 4.448 υποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα, ενώ πολλές από τις απορριφθείσες οδηγούνται στο επόμενο στάδιο — τα Διοικητικά Δικαστήρια.
Επόμενος σταθμός: η Δικαιοσύνη
Παρά το χαμηλό ποσοστό επιτυχίας, χιλιάδες πολίτες επιμένουν να διεκδικούν δικαίωση. Το προηγούμενο έτος, πάνω από 2.800 φορολογούμενοι και επιχειρήσεις προσέφυγαν στα δικαστήρια, ανεβάζοντας το σύνολο των εκκρεμών υποθέσεων σε περισσότερες από 13.000.
Η επιμονή αυτή συνδέεται με την ελπίδα διαφοροποίησης της δικαστικής κρίσης από τις διοικητικές αποφάσεις, καθώς αρκετοί θεωρούν ότι έχουν υποστεί αδικίες ή ότι υπάρχουν νομικά περιθώρια ανατροπής των καταλογισμών.
Οι βασικοί λόγοι των προσφυγών
Οι υποθέσεις που οδηγούνται σε προσφυγές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα φορολογικών θεμάτων:
- τεκμήρια διαβίωσης και αντικειμενικός προσδιορισμός εισοδήματος,
- φορολόγηση γονικών παροχών και δωρεών,
- τεκμαρτός προσδιορισμός κερδών σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες.
Ιδιαίτερα οι διαφορές στον τεκμαρτό υπολογισμό εισοδήματος αποτέλεσαν αιτία μαζικών προσφυγών, οι οποίες μειώθηκαν μετά τις νεότερες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Γραφειοκρατικά εμπόδια και τυπικές απορρίψεις
Αρκετές προσφυγές απορρίπτονται για τυπικούς λόγους, όπως καθυστέρηση στην υποβολή ή παραλείψεις στη διαδικασία. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τις αδυναμίες του διοικητικού μηχανισμού, που καλείται να διαχειριστεί χιλιάδες υποθέσεις ετησίως με περιορισμένο προσωπικό και αυστηρά χρονικά περιθώρια.
Η φορολογική δικαιοσύνη στην Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί δύσκολο στοίχημα για τους πολίτες: οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περιορισμένες, ωστόσο πολλοί συνεχίζουν να ελπίζουν ότι στα δικαστήρια ίσως καταφέρουν να μην επιστρέψουν — για άλλη μια φορά — με άδεια χέρια.




















