Λίγα 24ωρα πριν από την αλλαγή του μήνα, οι ενδείξεις για νέα επιδείνωση στο μέτωπο του πληθωρισμού πληθαίνουν. Η ενεργειακή κρίση αποκτά πλέον τέτοιες διαστάσεις ώστε να επισκιάζει την προσπάθεια συγκράτησης του κόστους στο κρίσιμο μέτωπο των τροφίμων, δημιουργώντας νέα πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή για τον Σεπτέμβριο αποκτά πλέον καθοριστική σημασία, καθώς σε μεγάλο βαθμό θα κρίνει όχι μόνο την εικόνα του φθινοπώρου αλλά και την τελική επίδοση του πληθωρισμού για το σύνολο του 2026.
Το ενδεχόμενο ο μέσος πληθωρισμός να κινηθεί τελικά κοντά στο 4% δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε υπό σοβαρή πίεση την πρόβλεψη του οικονομικού επιτελείου για πληθωρισμό 3,5%-3,6% το 2026, όπως αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027.
Ο Σεπτέμβριος φέρνει νέο κύμα ανατιμήσεων
Υποτίθεται ότι ο Σεπτέμβριος θα ήταν, σε επίπεδο τιμών, ο μήνας κατά τον οποίο θα άρχιζε να αποτυπώνεται η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών στα ράφια των supermarket, μέσα από την πρωτοβουλία για τους 1.700 κωδικούς ευρείας κατανάλωσης.
Η πραγματική απόδοση του μέτρου θα κριθεί πλέον στην πράξη. Ωστόσο, τα βλέμματα στρέφονται –και εύλογα– στην εξέλιξη των τιμών της ενέργειας.
Ειδικά στο μέτωπο των καυσίμων κίνησης, τα χρονικά περιθώρια για μια ουσιαστική διόρθωση έχουν πλέον περιοριστεί δραματικά. Ακόμη και αν ξεκινούσε σήμερα μια γενναία αποκλιμάκωση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, θα χρειάζονταν αρκετά 24ωρα μέχρι αυτή να μεταφερθεί στις τιμές της αντλίας.
Και αυτό συμβαίνει σε μια συγκυρία κατά την οποία το Brent φλερτάρει με τα 100 δολάρια το βαρέλι, κινούμενο πότε πάνω και πότε κάτω από το συγκεκριμένο όριο.
Αμόλυβδη: από το +15% του Αυγούστου στο +23% τον Σεπτέμβριο
Η εικόνα που προκύπτει από τα εβδομαδιαία δελτία τιμών είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική.
Η ΕΛΣΤΑΤ συγκεντρώνει κάθε μήνα τα στοιχεία από τα εβδομαδιαία δελτία τιμών προκειμένου να υπολογίσει τις ετήσιες μεταβολές των καυσίμων. Μέχρι στιγμής υπάρχουν τρία σχετικά δελτία για τον Σεπτέμβριο και η εικόνα που προκύπτει είναι αποκαλυπτική.
Η μέση τιμή της αμόλυβδης στις τρεις πρώτες εβδομάδες του Σεπτεμβρίου διαμορφώνεται στα 2,136 ευρώ το λίτρο, έναντι 1,755 ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Πρόκειται για ετήσια αύξηση περίπου 22%.
Με δεδομένο ότι η τελευταία εβδομάδα του μήνα καταγράφεται με την αμόλυβδη πάνω από τα 2,20 ευρώ το λίτρο, το τελικό αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου αναμένεται ακόμη υψηλότερο. Με τα σημερινά δεδομένα, ο μήνας εκτιμάται ότι μπορεί να κλείσει με μέση τιμή περίπου 2,15 ευρώ το λίτρο, οδηγώντας την ετήσια αύξηση κοντά στο 23%.
Η διαφορά σε σχέση με τον Αύγουστο είναι κρίσιμη: τότε η ετήσια μεταβολή της αμόλυβδης ήταν περίπου 15%.
Με άλλα λόγια, μέσα σε μόλις έναν μήνα προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βάρος στον δείκτη τιμών καταναλωτή.
Πετρέλαιο κίνησης: η αύξηση πλησιάζει το 40%
Ακόμη πιο έντονη είναι η επιβάρυνση στο πετρέλαιο κίνησης.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 η μέση μηνιαία τιμή ήταν 1,54 ευρώ το λίτρο. Φέτος, στις τρεις πρώτες εβδομάδες του Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή έχει ήδη φτάσει στα 2,11 ευρώ.
Η ετήσια αύξηση διαμορφώνεται έτσι περίπου στο 37%, ενώ με την ενσωμάτωση των τελευταίων στοιχείων του μήνα αναμένεται να προσεγγίσει το 40%.
Πρόκειται για μια μεταβολή που δεν επιβαρύνει μόνο άμεσα τον οδηγό. Το υψηλότερο κόστος του diesel μεταφέρεται σταδιακά και στο κόστος μεταφοράς προϊόντων, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Πετρέλαιο θέρμανσης: το +53% γίνεται πλέον πραγματικό κόστος
Το πετρέλαιο θέρμανσης αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση.
Το προϊόν δεν διατίθεται ακόμη στην αγορά, όμως η τιμή που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δείκτη τιμών συνδέεται με το κλείσιμο του Απριλίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ετήσια μεταβολή να διαμορφώνεται ήδη στο +53%.
Για μεγάλο μέρος του καλοκαιριού, αυτή η μεταβολή αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ένα «βαρίδι» στον πληθωρισμό.
Τώρα όμως αποκτά πολύ πιο πρακτική διάσταση.
Με τις σημερινές διεθνείς τιμές, εάν ξεκινούσε άμεσα η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης, η τιμή του θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 2 ευρώ το λίτρο. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ετήσια μεταβολή σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και στο 74%.
Γι’ αυτό και το κόστος θέρμανσης έχει βρεθεί στο επίκεντρο της επιδοματικής πολιτικής.
Φυσικό αέριο: η «αθόρυβη» πληθωριστική βόμβα
Το φυσικό αέριο κάνει μια περισσότερο «αθόρυβη», αλλά σημαντική ζημιά στον δείκτη τιμών καταναλωτή.
Ήδη από τα στοιχεία του Αυγούστου είχε καταγραφεί αύξηση κοντά στο 40%, ενώ τον Σεπτέμβριο η εικόνα αναμένεται ακόμη πιο επιβαρυμένη.
Αρκεί μια σύγκριση στις χρηματιστηριακές τιμές: το φυσικό αέριο κινείται φέτος περίπου στα 73 ευρώ/MWh, έναντι μόλις 32 ευρώ/MWh πέρυσι.
Πρόκειται ουσιαστικά για υπερδιπλασιασμό της τιμής, ο οποίος αργά ή γρήγορα μεταφέρεται στην τελική κατανάλωση.
Και το ρεύμα προσθέτει νέο βάρος στον τιμάριθμο
Στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας η εικόνα του Σεπτεμβρίου είναι ήδη γνωστή.
Οι πάροχοι προχώρησαν σε αυξήσεις στα πράσινα τιμολόγια, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και στο 20% σε σχέση με τον Αύγουστο.
Καθώς τα κυμαινόμενα τιμολόγια εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλη βαρύτητα στην αγορά –σε αυτά παραμένουν περίπου δύο στους τρεις καταναλωτές– το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αποτελέσει ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο για τον δείκτη τιμών του Σεπτεμβρίου.
Έτσι, στο μέτωπο της ενέργειας συγκεντρώνονται πλέον ταυτόχρονα καύσιμα, φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια και πετρέλαιο θέρμανσης.
Από το 3,6% στο 4% η απόσταση μικραίνει
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού έχει ουσιαστικά κλειδώσει, με την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2026 να κινείται στην περιοχή του 3,5%-3,6%.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, όμως, δοκιμάζεται πλέον από την εικόνα του Σεπτεμβρίου.
Ο Αύγουστος έκλεισε με πληθωρισμό 3,7%, ενώ ο μέσος όρος του 2026 βρίσκεται ήδη περίπου στο 3,9%.
Εάν ο Σεπτέμβριος καταγράψει πληθωρισμό υψηλότερο από 3,7%, τότε ο μέσος όρος του εννεαμήνου θα παραμείνει πολύ κοντά στο 4%.
Και τότε θα απομένει το τελευταίο τρίμηνο του έτους, το οποίο ξεκινά με ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα: την έναρξη της περιόδου θέρμανσης.
Από τον Οκτώβριο, στην εξίσωση δεν θα υπάρχει μόνο η άμεση επίδραση των υψηλότερων τιμών στην ενέργεια. Θα αρχίσει να αποτυπώνεται και η επίδραση του αυξημένου μεταφορικού κόστους, αλλά και του υψηλότερου παραγωγικού και ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία.
Ο κίνδυνος για το διαθέσιμο εισόδημα
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο για τα νοικοκυριά.
Ένας πληθωρισμός κοντά στο 4% για το σύνολο του 2026 σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων θα δεχθεί μία ακόμη σημαντική πίεση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί έχουν ήδη επιβαρυνθεί από το κόστος στέγασης, τροφίμων και ενέργειας.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην καταγραφή ενός υψηλότερου δείκτη τιμών.
Εάν η ενεργειακή κρίση συνεχιστεί, η αύξηση του κόστους των καυσίμων και της ενέργειας μπορεί να περάσει με καθυστέρηση και σε μια σειρά από άλλες τιμές της οικονομίας. Μεταφορές, παραγωγή, διανομή και τελικά λιανική αποτελούν τα διαδοχικά στάδια μέσω των οποίων το ενεργειακό κόστος μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερη πληθωριστική πίεση.
Έτσι, ο Σεπτέμβριος δεν είναι απλώς ένας ακόμη μήνας στον δρόμο προς το τέλος του 2026. Είναι το σημείο στο οποίο θα φανεί εάν η πρόβλεψη για πληθωρισμό 3,5%-3,6% μπορεί να διασωθεί ή εάν η ελληνική οικονομία θα ολοκληρώσει τη χρονιά πολύ πιο κοντά στο 4%.




















