Η παγκόσμια οικονομία απειλείται από τις επίμονα υψηλές τιμές της ενέργειας, το δημόσιο χρέος που βρίσκεται σε επίπεδα-ρεκόρ και τους κινδύνους που απορρέουν από την επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη, προειδοποίησε την Τετάρτη η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, καλώντας τις κυβερνήσεις να λάβουν προστατευτικά μέτρα στη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική.
Σε ομιλία της ενόψει των Ετήσιων Συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, που θα πραγματοποιηθούν την επόμενη εβδομάδα στην Μπανγκόκ, η Γκεοργκίεβα δήλωσε ότι η παγκόσμια οικονομία δέχεται πιέσεις από δύο αντίθετες κατευθύνσεις: από τη μία, ένα αρνητικό σοκ στην προσφορά ενέργειας λόγω των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και, από την άλλη, ένα θετικό σοκ στη ζήτηση που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη, το οποίο όμως τροφοδοτεί επίσης τον πληθωρισμό.
«Η συνδυασμένη επίδραση αυτών των δύο δυνάμεων είναι εξαιρετικά άνιση σε ολόκληρο τον κόσμο», δήλωσε η Γκεοργκίεβα, επισημαίνοντας ότι η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης αφήνει πολλές χώρες στο περιθώριο.
Οι νέες προβλέψεις του ΔΝΤ για την ανάπτυξη, οι οποίες θα δημοσιοποιηθούν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων στην Μπανγκόκ, αναμένεται να δείξουν ότι οι μεγαλύτερες υποβαθμίσεις θα αφορούν οικονομίες που έχουν πληγεί από πολέμους. Σε αυτές περιλαμβάνονται η Ουκρανία, η οποία έχει υποστεί σημαντικές ζημιές στις πολιτικές και οικονομικές υποδομές της, καθώς και χώρες του Κόλπου που έχουν πληγεί από ιρανικά πλήγματα και από τη δραστική μείωση των εξαγωγών ενέργειας.
Η Γκεοργκίεβα δεν διευκρίνισε εάν το νέο World Economic Outlook του ΔΝΤ θα μεταβάλει την προηγούμενη πρόβλεψη για παγκόσμια ανάπτυξη μόλις 3,0% το 2026, η οποία είχε δημοσιευθεί τον Ιούλιο.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, που προέβλεπε επιτάχυνση της ανάπτυξης στο 3,4% το 2027, βασιζόταν στην υπόθεση ότι τα Στενά του Ορμούζ θα άρχιζαν να επαναλειτουργούν από τα μέσα Ιουλίου και ότι οι συνθήκες θα επέστρεφαν στα προπολεμικά επίπεδα έως τον Μάρτιο του 2027. Παράλληλα, προέβλεπε μέση τιμή πετρελαίου στα 89 δολάρια το βαρέλι το 2026 και στα 78 δολάρια το 2027.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Γκεοργκίεβα, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα προβλήματα στη δυναμικότητα διύλισης προσθέτουν ακόμη και 100 δολάρια ανά βαρέλι στα περιθώρια διύλισης («crack spreads») για βασικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων το ντίζελ.
Η χειμερινή περίοδος θέρμανσης αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη ζήτηση, την ώρα που οι προμήθειες φυσικού αερίου παραμένουν περιορισμένες λόγω των απειλών για τις μεταφορές LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ.
«Ακόμη και εάν ο πόλεμος στον Κόλπο τελείωνε σύντομα, το πρόβλημα των υψηλών τιμών της ενέργειας πιθανότατα θα παρέμενε για κάποιο χρονικό διάστημα», ανέφερε η Γκεοργκίεβα, προσθέτοντας ότι τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent προεξοφλούν υψηλές τιμές πετρελαίου έως και το 2027.
Οι υψηλότερες ενεργειακές τιμές ωθούν προς τα πάνω τον πληθωρισμό, τα επιτόκια νομισματικής πολιτικής και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Όπως επισήμανε, οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας βρίσκονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, το 2009 και το 1996, αντίστοιχα, και συνεχίζουν να αυξάνονται.
Το βάρος του χρέους αυξάνεται
Ένας ακόμη σημαντικός κίνδυνος που θα απασχολήσει τις 191 χώρες-μέλη του ΔΝΤ την επόμενη εβδομάδα είναι η αυξανόμενη επιβάρυνση από το δημόσιο χρέος, η οποία περιορίζει την ανάπτυξη και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προβλέπεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ πριν από το 2030.
Η Γκεοργκίεβα ξεχώρισε τις προηγμένες οικονομίες, με πρώτες τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως τους μεγαλύτερους «παραβάτες» όσον αφορά το βάρος του χρέους, καθώς εμφανίζουν υψηλότερους δείκτες χρέους προς ΑΕΠ από τις αναδυόμενες οικονομίες και τις χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Όπως υπογράμμισε, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν μπορούν πλέον να βασίζονται αποκλειστικά σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης για να επιλύσουν τα δημοσιονομικά προβλήματα.
«Και όμως, δεν βλέπουμε αποφασιστική δράση στις προηγμένες οικονομίες με υψηλό χρέος, όπου αυτό που απαιτείται τώρα είναι αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια δημοσιονομικής εξυγίανσης, υποστηριζόμενα σε ορισμένες περιπτώσεις από άμεσα δημοσιονομικά μέτρα, ώστε να μειωθεί και μέρος της πίεσης που ασκείται στη νομισματική πολιτική», τόνισε.
Έπειτα από πεντέμισι χρόνια πληθωρισμού πάνω από τους στόχους, η Γκεοργκίεβα σημείωσε ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να υφίστανται και προέρχονται από την ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, τα σοκ στις τιμές ενέργειας και τροφίμων, τους δασμούς, τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες και το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
«Ίσως τώρα να είναι η κατάλληλη στιγμή για μια συνετά επιθετική κατεύθυνση στη νομισματική πολιτική πολλών χωρών», ανέφερε η επικεφαλής του ΔΝΤ, προσθέτοντας ότι οι αυξήσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Τράπεζα της Ιαπωνίας ήταν «απολύτως κατάλληλες».
Σε συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία της, η Γκεοργκίεβα πρόσθεσε ότι το «σημαντικότερο καθήκον» της νομισματικής πολιτικής στο σημερινό περιβάλλον είναι η προσήλωση στη σταθερότητα των τιμών, αλλά και η σαφής επικοινωνία από τις κεντρικές τράπεζες της αποφασιστικότητάς τους να την προστατεύσουν.
Τόνισε επίσης ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν οι κεντρικές τράπεζες είναι ανεξάρτητες και αντιστέκονται στις πιέσεις από τη δημοσιονομική πλευρά για χαλάρωση της πολιτικής μέσω αγορών κρατικού χρέους.
«Θα τους αποκαλούσα “νομισματικούς καουμπόηδες”, που τρέχουν να διασώσουν τις δημοσιονομικές αρχές, και το μήνυμά μου είναι: παρακαλώ, μην το κάνετε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι κίνδυνοι από την τεχνητή νοημοσύνη
Η Γκεοργκίεβα αναφέρθηκε επίσης στους κινδύνους που απορρέουν από την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς οι επενδύσεις στον συγκεκριμένο τομέα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πιθανό να ξεπεράσουν εκείνες που είχαν πραγματοποιηθεί ιστορικά για τους σιδηροδρόμους, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας ή τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές.
Η αυξανόμενη οικονομική και χρηματοοικονομική συγκέντρωση ασκεί πίεση στις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να επιτύχουν σημαντικά κέρδη παραγωγικότητας και κερδοφορίας, ώστε να δικαιολογήσουν τις ιδιαίτερα υψηλές αποτιμήσεις τους.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ προειδοποίησε ότι μια απογοήτευση των αγορών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα «σοκ με εκτεταμένες συνέπειες».
Από την άλλη πλευρά, έρευνα του ΔΝΤ δείχνει ότι, εφόσον αξιοποιηθεί σωστά, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να προσθέτει περίπου 0,5 ποσοστιαία μονάδα στην παγκόσμια ανάπτυξη κάθε χρόνο.
Καθοριστικής σημασίας, σύμφωνα με την Γκεοργκίεβα, είναι η κατάλληλη προετοιμασία για την εποχή της AI, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ρυθμιστικών δικλίδων ασφαλείας για τη διαχείριση των σημαντικών κινδύνων που συνεπάγεται.
Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι μεγάλης κλίμακας επιπτώσεις στην αγορά εργασίας, οι σοβαροί κίνδυνοι στον κυβερνοχώρο και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και το ενδεχόμενο προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο.
Πέρα από την ενίσχυση της δημοσιονομικής ανθεκτικότητας, ακόμη και εάν αυτή συνεπάγεται δύσκολο πολιτικό κόστος, η Γκεοργκίεβα κάλεσε τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, η διευκόλυνση της ίδρυσης αλλά και της εξόδου επιχειρήσεων από την αγορά, η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και η απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου.



















