Ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις οικονομικής ανάκαμψης και θεσμικής ανασυγκρότησης στην Ευρώπη παρουσιάζει πλέον την Ελλάδα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε ειδική ανάλυσή του για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας και τον μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης τα τελευταία 15 χρόνια.
Η χώρα που βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, αποκλείστηκε από τις αγορές και εξαρτήθηκε πλήρως από τα μνημόνια και τη διεθνή χρηματοδοτική στήριξη, εμφανίζει σήμερα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, σημαντικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού και πολύ ισχυρότερη ανθεκτικότητα απέναντι σε νέους οικονομικούς ή γεωπολιτικούς κραδασμούς.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η ελληνική εμπειρία αποδεικνύει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν βασίζεται αποκλειστικά στη λιτότητα ή στην αύξηση φόρων, αλλά κυρίως στη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου, διαφανούς και τεχνολογικά αναβαθμισμένου φορολογικού συστήματος.
Ο καθοριστικός ρόλος της φορολογικής μεταρρύθμισης
Στην ανάλυσή του, το Ταμείο αποδίδει κομβικό ρόλο στη βαθιά μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης, επισημαίνοντας ότι η ενίσχυση των φοροεισπρακτικών μηχανισμών, η ανεξαρτητοποίηση της φορολογικής αρχής και ο εκτεταμένος ψηφιακός μετασχηματισμός της τελευταίας δεκαπενταετίας συνέβαλαν αποφασιστικά:
- στην αύξηση των δημοσίων εσόδων,
- στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας του κράτους,
- και τελικά στην οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Το ΔΝΤ σημειώνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις μόλις πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμφανίζουν πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, ενώ το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει υποχωρήσει θεαματικά σε σχέση με τα επίπεδα της κρίσης.
Το πρωτογενές πλεόνασμα άγγιξε σχεδόν το 5% του ΑΕΠ την περίοδο 2024-2025, ενώ ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά περίπου 65 ποσοστιαίες μονάδες από το υψηλό επίπεδο του 2020.
Παράλληλα, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έχουν επιστρέψει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, στοιχείο που αντανακλά τη θεαματική βελτίωση της εμπιστοσύνης των αγορών.
Οι τρεις φάσεις της ελληνικής μεταμόρφωσης
Η έκθεση χωρίζει τη μεταρρυθμιστική πορεία της Ελλάδας σε τρεις βασικές περιόδους.
2010-2012: Η μάχη για τη σταθεροποίηση
Η πρώτη φάση είχε ως βασικό στόχο τη σταθεροποίηση των κρατικών εσόδων και την αποφυγή δημοσιονομικής κατάρρευσης.
Την περίοδο εκείνη εφαρμόστηκαν οι πρώτες μεγάλες παρεμβάσεις κατά της φοροδιαφυγής, ενισχύθηκαν οι έλεγχοι σε μεγάλους φορολογούμενους και τέθηκαν οι βάσεις για τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού μηχανισμού.
Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει ως μία από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες την ψηφιοποίηση της υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ, σημειώνοντας ότι έως το 2014 το 96% των φορολογουμένων υπέβαλλε εμπρόθεσμα δηλώσεις ΦΠΑ, έναντι μόλις 65% το 2010.
2013-2017: Η δημιουργία της ΑΑΔΕ
Η δεύτερη φάση επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των θεσμών και στη δημιουργία μιας πιο ανεξάρτητης φορολογικής διοίκησης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα προχώρησε σε μεγάλη αναδιοργάνωση των εφοριών, μειώνοντας τον αριθμό των τοπικών υπηρεσιών από 288 σε 119, ενώ το 2017 τέθηκε σε λειτουργία η ΑΑΔΕ.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η δημιουργία της ΑΑΔΕ αποτέλεσε κομβικό σημείο για την αποπολιτικοποίηση της φορολογικής διοίκησης και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κράτους.
Η επίδραση των μεταρρυθμίσεων αποτυπώθηκε και στα δημόσια έσοδα, καθώς τα φορολογικά έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 25,8% το 2013 σε 27,6% το 2017.
2018-2025: Ψηφιακή επανάσταση και data analytics
Η τρίτη φάση χαρακτηρίζεται από τον εκτεταμένο ψηφιακό μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης.
Η Ελλάδα ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο πλέγμα ψηφιακών εργαλείων, με:
- ηλεκτρονική τιμολόγηση σε πραγματικό χρόνο,
- διασύνδεση ταμειακών μηχανών με τα συστήματα της ΑΑΔΕ,
- και εργαλεία ανάλυσης δεδομένων για τον εντοπισμό φορολογικών κινδύνων.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι αλλαγές αυτές βελτίωσαν σημαντικά τη φορολογική συμμόρφωση και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Ενδεικτικά, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέσα σε 15 χρόνια, από 7,1% του ΑΕΠ το 2010 σε περίπου 9,5% το 2025.
Ο «ενάρετος κύκλος» της ελληνικής οικονομίας
Το ΔΝΤ κάνει λόγο για έναν «ενάρετο κύκλο» που δημιουργήθηκε μέσα από τις μεταρρυθμίσεις.
Όπως σημειώνει:
- η καλύτερη διακυβέρνηση επέτρεψε την ψηφιοποίηση,
- η ψηφιοποίηση ενίσχυσε τη φορολογική συμμόρφωση,
- και τα αυξημένα δημόσια έσοδα αποκατέστησαν σταδιακά την εμπιστοσύνη πολιτών και αγορών προς το κράτος.
Παρά τη σημαντική πρόοδο, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι η μεταρρυθμιστική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Οι επόμενες προκλήσεις αφορούν:
- την αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης,
- την περαιτέρω χρήση ανάλυσης δεδομένων για τον εντοπισμό φορολογικών κινδύνων,
- τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τους πολίτες,
- και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του προσωπικού της διοίκησης.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα αποτελεί πλέον διεθνές παράδειγμα για το πώς μία βαθιά οικονομική κρίση μπορεί, μέσα από συνεπείς μεταρρυθμίσεις, θεσμική αναδιοργάνωση και επένδυση στην τεχνολογία, να μετατραπεί σε μακροχρόνια οικονομική και θεσμική σταθερότητα.




















