Ξεκάθαρα θετική στάση για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο υιοθετεί η Intesa Sanpaolo Research, η οποία ξεκινά κάλυψη των συστημικών τραπεζών με αναλυτική έκθεση υπό τους Fernando Gil Santivanes, Alberto Cordara και Alberto Artoni. Η ιταλική επενδυτική τράπεζα τοποθετεί τις ελληνικές τράπεζες σε μια νέα, πιο ώριμη φάση του κύκλου τους, με έμφαση στη σταθερή κερδοφορία, την πιστωτική επέκταση και – κυρίως – τις αυξανόμενες διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους.
Συστάσεις και τιμές στόχοι
Η Intesa Sanpaolo προχωρά σε συστάσεις αγοράς για τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, αποτυπώνοντας τη θετική της οπτική για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του κλάδου:
Τράπεζα Πειραιώς: Αγορά, τιμή στόχος 10,6 ευρώ, με αιχμή τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και το ελκυστικό προφίλ ανταμοιβής μετόχων.
Eurobank: Αγορά, τιμή στόχος 4,9 ευρώ, καθώς η επιτυχής ενσωμάτωση των πρόσφατων εξαγορών σε Κύπρο και ασφαλιστικές δραστηριότητες αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κερδοφορία.
Alpha Bank: Αγορά, τιμή στόχος 4,7 ευρώ, λόγω ισχυρής δυναμικής κερδών και αυξημένων προοπτικών επιστροφής κεφαλαίου.
Εθνική Τράπεζα: Ουδέτερη σύσταση, τιμή στόχος 15,4 ευρώ, αντανακλώντας το εξαιρετικά ισχυρό κεφαλαιακό προφίλ αλλά και το πιο περιορισμένο περιθώριο ανόδου της μετοχής μετά το ράλι.

Από την απομόχλευση στην πιστωτική ανάπτυξη
Η ανάλυση υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πλέον σε μεταβατικό σημείο καμπής. Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία απομόχλευσης, κεφαλαιακής άμυνας και δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, ο κλάδος εισέρχεται σε φάση επιτάχυνσης πιστωτικής ανάπτυξης, σταθερής κερδοφορίας και αυξανόμενων διανομών.
Η σύγκλιση με τις τράπεζες της Νότιας Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) χαρακτηρίζεται πλέον δομική και όχι συγκυριακή, με τις ελληνικές τράπεζες να παύουν να αποτελούν «ειδική περίπτωση» υψηλού ρίσκου.
Αποτιμήσεις: Ελκυστικές παρά το ράλι
Παρά την ισχυρή άνοδο των τελευταίων ετών, η Intesa εκτιμά ότι οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Με βάση τις προβλέψεις για το 2027, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται:
περίπου στις 9,4 φορές τα κέρδη,
και στη 1,25 φορά την ενσώματη λογιστική αξία.
Τα επίπεδα αυτά συνεπάγονται έκπτωση 14%-15% έναντι των τραπεζών της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, παρότι οι αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων είναι συγκρίσιμες. Σύμφωνα με τους αναλυτές, η επόμενη φάση του story δεν θα προέλθει από περαιτέρω επέκταση των αποτιμήσεων, αλλά από τη συνέπεια στην εκτέλεση, την ποιότητα των κερδών και τη διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Μακροοικονομικό υπόβαθρο και πιστωτική επανεκκίνηση
Η θετική μακροοικονομική εικόνα της Ελλάδας λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για το τραπεζικό outlook. Σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης, βελτίωση της αγοράς εργασίας, πρωτογενή πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δημιουργούν σαφώς ευνοϊκότερο περιβάλλον για την πιστωτική επέκταση.
Η Intesa εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να επιτύχουν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης δανείων 5%-7% την περίοδο 2025-2028, σε ένα ιδιαίτερα συγκεντρωμένο σύστημα όπου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν πάνω από το 95% των καταθέσεων και του ενεργητικού.
Η ολιγοπωλιακή αυτή δομή στηρίζει τη διατηρησιμότητα των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν χαμηλά, ενώ τα επιτόκια νέων χορηγήσεων κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα της Ευρωζώνης.
Κερδοφορία και κεφάλαια: το νέο επίκεντρο
Στο βασικό της σενάριο, η Intesa προβλέπει ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 14%, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή 9,6% έως το 2028.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ποιότητα των κερδών, καθώς η κερδοφορία δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο επιτοκιακό σκέλος, αλλά ενισχύεται από προμήθειες, διαχείριση περιουσίας, ασφαλιστικές δραστηριότητες και επιλεκτικές εξαγορές, κυρίως στην Κύπρο.
Στο κεφαλαιακό μέτωπο, η βελτίωση των stress tests, η αποκλιμάκωση των απαιτήσεων του Πυλώνα 2 και η σταδιακή απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων δημιουργούν σαφή ορατότητα για διανομές.
Σύμφωνα με την Intesa, έως 16,5 δισ. ευρώ κεφαλαίου μπορούν να επιστραφούν στους μετόχους την περίοδο 2025-2028, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 34% της τρέχουσας χρηματιστηριακής αξίας του κλάδου.

















