Αμετάβλητη στο επίπεδο BBB διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας ο οίκος DBRS Morningstar, διατηρώντας παράλληλα σταθερό το outlook για το αξιόχρεο της χώρας.
Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, η σταθερή προοπτική αντανακλά την εκτίμηση ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία είναι ισορροπημένοι, καθώς τα θετικά στοιχεία της οικονομίας αντισταθμίζουν ορισμένες δομικές αδυναμίες.
Η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,3% το 2024, σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο 0,9% της Ευρωζώνης, ενώ παρόμοια επίδοση αναμένεται και το 2025 σύμφωνα με τις προβλέψεις της European Commission.
Ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Η εγχώρια ζήτηση αποτέλεσε τον βασικό κινητήριο μοχλό της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αύξηση της απασχόλησης και η σημαντική ώθηση από τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια συνέβαλαν καθοριστικά στην ενίσχυση του ΑΕΠ.
Η συνδυασμένη επίδραση της ισχυρής οικονομικής δραστηριότητας και των διαδοχικών πρωτογενών πλεονασμάτων οδηγεί σε σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί στο 141% έως το 2026, από 164% το 2023, συνεχίζοντας τη σημαντική αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών.
Ωστόσο, η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικές εξελίξεις. Ενδεχόμενη επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος ή του παγκόσμιου εμπορίου θα μπορούσε να περιορίσει τη ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές και να επηρεάσει την αναπτυξιακή δυναμική.
Μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία ενισχύουν την αξιολόγηση
Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται, σύμφωνα με τη DBRS, σε μια σειρά από παράγοντες:
το αξιόπιστο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο
τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και την Ευρωζώνη
τις μεταρρυθμίσεις που έχουν βελτιώσει τη λειτουργία της οικονομίας
Οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον και ενίσχυσαν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Το International Monetary Fund προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 2,4% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει στο 125% του ΑΕΠ έως το 2030.
Παράλληλα όμως, η αξιολόγηση εξακολουθεί να περιορίζεται από:
το ακόμη υψηλό δημόσιο χρέος
το μικρό μέγεθος της ελληνικής οικονομίας
το επίμονα υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση ή υποβάθμιση
Σύμφωνα με τη DBRS, μια πιθανή αναβάθμιση της αξιολόγησης θα μπορούσε να προκύψει εάν:
συνεχιστεί η σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους
διατηρηθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα
προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη
Αντίθετα, υποβάθμιση θα μπορούσε να προκληθεί από:
αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας
ανατροπή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
σημαντική επιδείνωση της εξωτερικής οικονομικής θέσης της χώρας
Η πορεία της οικονομίας και οι επενδύσεις
Το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,3% τόσο το 2023 όσο και το 2024, ενώ παρόμοιοι ρυθμοί ανάπτυξης αναμένονται τα επόμενα χρόνια.
Η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως:
στην ιδιωτική κατανάλωση
στις επενδύσεις
στη βελτίωση της αγοράς εργασίας
Η ανεργία υποχώρησε στο 8% τον Ιούλιο του 2025, από 9,8% ένα χρόνο νωρίτερα, ενισχύοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Καθοριστικό ρόλο στην επενδυτική δραστηριότητα διαδραματίζει το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, μέσω του οποίου η Ελλάδα αναμένεται να αξιοποιήσει περίπου 36,6 δισ. ευρώ – ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 16% του ΑΕΠ.
Η χώρα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ με τις καλύτερες επιδόσεις στην υλοποίηση των στόχων του προγράμματος και στην απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Κίνδυνοι από διεθνείς εξελίξεις και πληθωρισμό
Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες, όπως:
γεωπολιτικές εντάσεις
ακραία καιρικά φαινόμενα
περιοριστικές εμπορικές πολιτικές
Παρότι η άμεση εξαγωγική έκθεση της Ελλάδας προς τις ΗΠΑ είναι περιορισμένη, ενδεχόμενη επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας θα μπορούσε να έχει έμμεσες επιπτώσεις.
Ταυτόχρονα, οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο του 2025, κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας και υπηρεσιών.
Το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Παρά τις θετικές εξελίξεις, η εξωτερική θέση της χώρας εξακολουθεί να παρουσιάζει αδυναμίες.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε στο -6,9% του ΑΕΠ το 2024, ενώ η Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (NIIP) ανήλθε στο -130,4% του ΑΕΠ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το έλλειμμα θα κινηθεί κατά μέσο όρο στο 8,1% του ΑΕΠ τα επόμενα δύο χρόνια, αντανακλώντας τη μεγάλη εισαγωγική εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, η DBRS επισημαίνει ότι η εξωτερική θέση της χώρας είναι πιο ανθεκτική σε σχέση με το παρελθόν, καθώς:
οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έχουν διπλασιαστεί ως ποσοστό του ΑΕΠ από το 2010
οι άμεσες ξένες επενδύσεις ενισχύονται
συνεχίζονται οι εισροές ευρωπαϊκών κονδυλίων
Θετική έκπληξη στα δημόσια οικονομικά
Η δημοσιονομική επίδοση της Ελλάδας το 2024 ήταν καλύτερη των προσδοκιών.
Η γενική κυβέρνηση κατέγραψε πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στο 4,8% του ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως:
στην επιβράδυνση των κρατικών δαπανών
στα υψηλότερα φορολογικά έσοδα
στην αύξηση της απασχόλησης
στην ενίσχυση των εσόδων από ΦΠΑ λόγω πληθωρισμού
Επιπλέον, τα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση των δημοσίων εσόδων.
Το υψηλό χρέος και η ευνοϊκή δομή του
Παρά τη μείωση των τελευταίων ετών, το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη.
Το 2024 διαμορφώθηκε στο 153,6% του ΑΕΠ, έναντι 87,4% που είναι ο μέσος όρος στη ζώνη του ευρώ.
Ωστόσο, η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται από μια σειρά παραγόντων:
100% του χρέους είναι σταθερού επιτοκίου μετά από swaps
η μέση διάρκεια φτάνει περίπου τα 18,7 έτη
περίπου 74% κατέχεται από τον επίσημο τομέα
Επιπλέον, το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα περίπου 40 δισ. ευρώ, ποσό που καλύπτει περίπου τρεις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες.
Ενισχυμένος ο τραπεζικός τομέας
Σημαντική βελτίωση παρουσιάζει και ο ελληνικός τραπεζικός τομέας τα τελευταία χρόνια.
Η πιστωτική επέκταση και τα υψηλότερα επιτόκια έχουν ενισχύσει την κερδοφορία των τραπεζών, ενώ η ποιότητα των χαρτοφυλακίων έχει βελτιωθεί σημαντικά.
Χάρη στις τιτλοποιήσεις και στο πρόγραμμα Ηρακλής πρόγραμμα εγγυήσεων, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των μεγάλων ελληνικών τραπεζών μειώθηκε στο 2,9% τον Ιούνιο του 2025, από περίπου 32% το 2020.
Παράλληλα, οι τράπεζες διατηρούν ισχυρούς κεφαλαιακούς δείκτες. Ο μέσος δείκτης CET1 των μεγαλύτερων τραπεζών διαμορφώθηκε στο 16% το 2025, έναντι 11,8% το 2021, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος.




















