Σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να βαραίνουν την ελληνική οικονομία, παρά τη βελτιωμένη εικόνα των τελευταίων ετών, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ.
Ο διεθνής οργανισμός επισημαίνει ότι, αν και η Ελλάδα επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις πρόσφατες κρίσεις και κατέγραψε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ, η πρόοδος παραμένει εύθραυστη λόγω χαμηλής παραγωγικότητας και σημαντικού επενδυτικού κενού.
Ανάκαμψη με «φρένο» την παραγωγικότητα
Σύμφωνα με την έκθεση, το χάσμα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες του ΟΟΣΑ έχει αρχίσει να μειώνεται, χάρη:
- στην ενίσχυση της κεφαλαιακής έντασης
- στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας
- στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις
Ωστόσο, τα οφέλη αυτά περιορίζονται από τις χαμηλές επιδόσεις στην παραγωγικότητα, ενώ το επενδυτικό κενό – αν και μειώνεται – εξακολουθεί να παραμένει μεγάλο.
Ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και στην καινοτομία, γεγονός που περιορίζει τη δυναμική της οικονομίας.
Ανάγκη για περισσότερες επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα
Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι για να αυξηθούν τα εισοδήματα και να διατηρηθεί η δημοσιονομική ισορροπία, απαιτούνται:
- ενίσχυση της παραγωγικότητας
- διατήρηση της θετικής πορείας στην αγορά εργασίας
- συνέχιση της μείωσης του δημόσιου χρέους
Καθοριστικός παράγοντας θεωρείται η βελτίωση της πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, ώστε να επενδύσουν σε καινοτομία και προηγμένες τεχνολογίες.
Τραπεζικό σύστημα και «κόκκινα δάνεια»
Παρά τη σημαντική βελτίωση του τραπεζικού τομέα, τα «κόκκινα δάνεια» εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση.
Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μειωθεί σημαντικά, κυρίως χάρη στο πρόγραμμα Ηρακλής, ωστόσο παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) αντιμετωπίζουν εμπόδια, όπως:
- καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη
- δυσκολίες στη ρευστοποίηση εγγυήσεων
Η μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος το 2024 στοχεύει στην επιτάχυνση των διαδικασιών αφερεγγυότητας, αλλά τα αποτελέσματα θα φανούν σταδιακά.
Υστέρηση στην ψηφιακή μετάβαση
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται στη χρήση ψηφιακών τεχνολογιών σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ.
Η υιοθέτηση εργαλείων όπως:
- εταιρικοί ιστότοποι
- cloud computing
- τεχνητή νοημοσύνη
παραμένει περιορισμένη, ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις.
Τα βασικά εμπόδια περιλαμβάνουν:
- περιορισμένες ψηφιακές υποδομές υψηλών ταχυτήτων
- έλλειψη διοικητικών δεξιοτήτων
- περιορισμένη πρόσβαση σε καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία
Έλλειψη δεξιοτήτων και αναντιστοιχία στην αγορά εργασίας
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η έλλειψη δεξιοτήτων, η οποία συνυπάρχει με την ανεργία.
Παρά τη μείωση της ανεργίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει:
- υψηλά ποσοστά ανεργίας σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ
- έντονη αναντιστοιχία δεξιοτήτων
Οι δεξιότητες των ενηλίκων υστερούν, ενώ η συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης παραμένει χαμηλή, παρά τις βελτιώσεις μέσω της ΔΥΠΑ.
Χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην εργασία
Το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένει σημαντικό, με τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό να συγκαταλέγεται στις χαμηλότερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ο Οργανισμός επισημαίνει ότι η ενίσχυση των υποδομών φροντίδας παιδιών και η βελτίωση της ισορροπίας επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής θα μπορούσαν να αυξήσουν τη συμμετοχή των γυναικών και να ενισχύσουν την προσφορά δεξιοτήτων.
Ρυθμιστικά εμπόδια και επιχειρηματική δυναμική
Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει το υψηλό ρυθμιστικό βάρος ως έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα για την επιχειρηματικότητα.
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από:
- χαμηλά ποσοστά εισόδου και εξόδου επιχειρήσεων
- κυριαρχία μικρών επιχειρήσεων με περιορισμένη παραγωγικότητα
Παρά τις βελτιώσεις στο ρυθμιστικό πλαίσιο, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, ιδίως σε τομείς που επηρεάζουν τον ανταγωνισμό και την παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας παραμένει θετική σε όρους ανάπτυξης και ανθεκτικότητας, ωστόσο οι διαρθρωτικές προκλήσεις συνεχίζουν να περιορίζουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η επιτάχυνση των επενδύσεων και η βελτίωση των δεξιοτήτων αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη βιώσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.




















